σαρανταποδαρούσα

> σκολόπενδρα.
* * *
η, Ν
ζωολ.
1. κοινή ονομασία τού μυριάποδου σκολόπενδρα
2. η χιλιοποδαρούσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαράντα + ποδάρι + κατάλ. -ούσα (< μτχ. ρημάτων σε -ώ), πρβλ. ξανθομαλλ-ούσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρανταποδαρούσα — [сарандаподаруса] ουσ. θ. сороконожка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαρανταποδαρούσα — η είδος σκουληκιού με σαράντα πόδια, σκολόπεντρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ούσα — κατάλ. θηλυκών ονομάτων τής Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής από μτχ. ρημάτων σε ῶ (πρβλ. βρομ ούσα < βρομώ, γλυκομιλ ουσα < γλυκομιλώ, πατ ούσα < πατώ) κατ επίδραση τής αρχ. επιθ. κατάλ. όεις*, όεσσα (> οῡσα), όεν.Παραδείγματα θηλυκών… …   Dictionary of Greek

  • ίουλος — I (Βοτ.). Χαρακτηριστική ταξιανθία σε μορφή τσαμπιού, που αποτελείται γενικά από μονογενή άνθη, συχνότερα αρσενικά. Ο ί. ταξινομείται στις απλές βοτρυώδεις ταξιανθίες και αποτελεί υποκατηγορία της ταξιανθίας στάχυς. Τα άνθη που συγκροτούν τον ί.… …   Dictionary of Greek

  • ιουλόπελος — ἰουλόπελος, ον (Α) 1. αυτός που έχει πολλά πόδια, όπως η σαρανταποδαρούσα 2. (μτφ. για πλοίο) αυτό που έχει πολλά κουπιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴουλος + πεζός (< πέζα, δωρ. και αρκαδ. τ. με σημ. «πόδι» < πους), πρβλ. κυανό πεζος, φοινικό πεζος] …   Dictionary of Greek

  • ιουλώδης — ἰουλώδης, ῶδες [ίουλος] αυτός που μοιάζει με σαρανταποδαρούσα, με σκολόπενδρα …   Dictionary of Greek

  • κωλοσούσα — η σουσουράδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κωλό * + σείω, κατά τα θηλ. σε ούσα (πρβλ. σαρανταποδαρούσα), με πιθ. επίδραση τού σουσουράδα] …   Dictionary of Greek

  • μαντιλούσα — η 1. γυναίκα που φορά στο κεφάλι μαντίλι 2. επίθετο τής Παναγίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαντίλι + κατάλ. ούσα (πρβλ. ξανθομαλλ ούσα, σαρανταποδαρούσα)] …   Dictionary of Greek

  • μυριάποδα — (myriapoda ή myriopoda). Ομοταξία χερσαίων αρθρόποδων, των οποίων το σώμα αποτελείται από πολλά τμήματα ή μεταμερίδια ίσα μεταξύ τους (ομώνυμη μεταμέρεια), καθένα από τα οποία είναι εφοδιασμένο με ένα ή δύο ζεύγη άκρων, έτσι ώστε κάθε άτομο έχει… …   Dictionary of Greek

  • ονίσκος — Γένος μικρών χερσαίων καρκινοειδών της οικογένειας των ονκπαδών, που είναι γνωστά με την κοινή ονομασία γουρουνάκια. Έχουν μήκος περίπου 12 χιλιοστά, σώμα αρθρωτό, καμπύλο προς τα επάνω· ο θώρακας και η κοιλιά είναι εφοδιασμένα αντίστοιχα με επτά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.